top of page

Συλλέγοντας ίχνη του Χριστόφορου Μαρίνου

Ο Μιχάλης Κατζουράκης περπατά στην πόλη συλλέγοντας ίχνη που βρίσκονται διάσπαρτα μέσα της. Ξαναπερνά από τα ίδια μέρη με διαφορά ετών, παρατηρεί και καταγράφει με τον φωτογραφικό του φακό τη μεταβολή του αστικού τοπίου. Απομονώνει συγκεκριμένες όψεις αυτού του τοπίου, οι οποίες του κεντρίζουν το ενδιαφέρον και εξάπτουν την περιέργειά του. Κοντοστέκεται για να τις φωτογραφίσει άλλοτε γιατί συμπυκνώνουν την ψυχολογία του τη δεδομένη χρονική στιγμή και άλλοτε γιατί θέλει να τις περισώσει από τη λήθη, την αφομοίωση ή την καταστροφή τους από την κατασκευαστική μανία του ανθρώπου. 

Τα ίχνη που προτιμά να συλλέγει απαντώνται συχνά σε πυκνές συσσωρεύσεις υλών, σε σωρούς αντικειμένων και εναποθέσεις υλικών (στοιβαγμένες ψαροκασέλες, καυσόξυλα και κασόνια παρατεταγμένα και επιμελώς τοποθετημένα το ένα πάνω στο άλλο, αραγμένες ψαρόβαρκες, παλιά ξύλινα καφάσια και παλέτες, βιβλία, κοντέινερ, παρατημένα βαγόνια), εκεί δηλαδή όπου δημιουργείται από το χέρι του ανθρώπου, εντελώς τυχαία, μια ποιητική γεωμετρία. Άλλες φορές, τα ίχνη αναζητούνται και εντοπίζονται πάνω σε εισόδους και εξόδους, ανοίγματα και περάσματα είτε του βλέμματος είτε του σώματος, όπως πόρτες και παράθυρα, ενίοτε φραγμένα με σανίδες, ασπρισμένα με ασβέστη ή καλυμμένα με εφημερίδες. Το μάτι του καλλιτέχνη πέφτει, σχεδόν εμμονικά, επάνω σε θραύσματα, σκαλωσιές και πληγωμένες προσόψεις κτηρίων, αλλά και σε ενδιάμεσους χώρους, που περνούν συνήθως απαρατήρητοι, όπως μεσοτοιχίες, πλινθόκτιστες μάντρες και σήματα οδικής κυκλοφορίας.
 
Συνηθίζει να συνδυάζει ίχνη και αρχιτεκτονικά στοιχεία της πόλης όπου ζει με στοιχεία των πόλεων που επισκέπτεται προσωρινά: έτσι, ένας τσιμεντένιος μαντρότοιχος σχολείου που, για προστασία από πιθανούς εισβολείς, έφερε στο επάνω μέρος του εντοιχισμένα κομμάτια από σπασμένα γυαλιά, και τον οποίο ο καλλιτέχνης δεν χρειάστηκε να φωτογραφίσει μιας και τον έβλεπε καθημερινά στην περιοχή του Παλαιού Ψυχικού όπου ο ίδιος κατοικεί, συνομιλεί με μια αντίστοιχη μάντρα που θα καταγράψει το 2009 σε ένα ταξίδι του στο Βιετνάμ. Από αυτήν τη συνομιλία δύο τοίχων, που ανήκουν σε δύο διαφορετικά σημεία της γης, φτιαγμένα από δύο λαούς με τελείως διαφορετική πολιτισμική κουλτούρα και αντιλήψεις περί κατασκευής, θα προκύψουν τα έργα της ενότητας Αρσάκειο, τα οποία έχουν ως βασικό υλικό τους θραύσματα γυαλιών: το μεγάλων διαστάσεων γλυπτό «MANDRA» (2011) και μια σειρά από ατμοσφαιρικά έργα, όπως οι επιτοίχιες μαύρες στήλες που εκπέμπουν από το εσωτερικό τους ένα φως στενού φάσματος («Steles», 2013) και οι καθρέφτες-παράθυρα («Windows 14.Α», 2014) που είναι από τα πιο πρόσφατα έργα του καλλιτέχνη. 
 
Ξεχωριστή θέση στα έργα αλλά και στην καρδιά του Μιχάλη Κατζουράκη κατέχει η Μύρινα της Λήμνου. Η μοναδική τοπογραφία της παραλιακής κωμόπολης και η αισθητική των κτισμάτων της, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί πριν από την καταστροφή που σημειώνεται τη δεκαετία του ’80, αποτελούσε για χρόνια σταθερή πηγή έμπνευσης. Ο καλλιτέχνης θα προλάβει να αποτυπώσει φωτογραφικά και στη συνέχεια να επεξεργαστεί ζωγραφικά σπάνιες όψεις της Μύρινας, πολλές από τις οποίες αποτελούν σήμερα μακρινή ανάμνηση. Ένας κακοδιατηρημένος μα πλούσιος σε υφές και χρωματικές διαβαθμίσεις τοίχος που θα φωτογραφίσει κοντά στη ρημαγμένη έπαυλη ενός Ιταλού γιατρού, γνωστή ως αρχοντικό Βόντελα, θα γεννήσει την ενότητα Βόντολας, ο τίτλος της οποίας παραπέμπει στο όνομα του ιδιοκτήτη της· οι ψαρόβαρκες στον Τούρκικο Γιαλό του λιμανιού (ο άλλος είναι ο Ρωμαίϊκος) γίνονται η αφορμή για μια σειρά αφαιρετικές σπουδές και νεκρές φύσεις, το ίδιο και οι προσόψεις δεκάδων εμπορικών καταστημάτων στο Τσαρσί, στην αγορά της Μύρινας.

bottom of page